Photo

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος & απολογητής, μάρτυς στη Ρώμη, από Νεάπολη Παλαιστίνης & οι 6 μαθητές του Ευέλπιστος, Ιέραξ, Ιουστίνος, Ιούστος, Λιβεριανός, Παίωνας, Χαρίτων & Χαρίτω η παρθένος, μάρτυρες στη Ρώμη (+165) - 1 Ιουνίου


ORTHODOXY IS LOVE



Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος & απολογητής, 

μάρτυς στή Ρώμη, από Νεάπολη (σημ. Nablus) Παλαιστίνης 

& οι 6 μαθητές του Ευέλπιστος, Ιέραξ, Ιουστίνος, Ιούστος, Λιβεριανός, 

Παίωνας, Χαρίτων & Χαρίτω η παρθένος, 

μάρτυρες στή Ρώμη (+165)

1 Ιουνίου

Ο Άγιος Ιουστίνος γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστινιακής Σαμάρειας, μιας πόλης κτισμένη πάνω στα ερείπια της πόλης Συχέμ (σήμερα Ναμπλούς), περί το 100 με 110 μ.Χ.. Ήταν γιος του Πρίσκου και εγγονός του Βακχείου και παρά το λατινικό του όνομα ήταν Ελληνικής καταγωγής. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες, όπως και ο ίδιος πριν μεταστραφεί στο Χριστιανισμό. Φρόντισαν ώστε ο Ιουστίνος να λάβει εξαιρετική θεολογική αλλά και φιλοσοφική μόρφωση, η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που έθετε η ανήσυχη ψυχή του.

Κατά τα νεανικά του χρόνια προσελκύστηκε στη φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον ίδιο, περιήρχετο εν μέσω πολλών διδασκάλων, αλλά στην αναζήτησή του αυτή περιέπεσε σε πολλές απογοητεύσεις. Χαρακτηριστικό είναι πως είχε απορρίψει την πιθανότητα να παραστεί σε μαθήματα της Στοάς, διότι ταύτιζαν το λόγο του Σύμπαντος με το Θεό μη έχοντας ουσιαστική θεολογία, τη σχολή του Περιπάτου διότι του ζητούσαν χρήματα κάτι που το θεωρούσε αναξιοπρεπές για ένα φιλόσοφο, αλλά είχε απορριφθεί και από τον πυθαγόρειο διδάσκαλο, διότι δεν είχε παρακολουθήσει προτέρως μαθήματα μουσικής, αστρονομίας και γεωμετρίας που ήταν απαραίτητα για την απαλλαγή της ψυχής από τα κοσμικά και την προετοιμασία της για τα νοητά. Την εποχή εκείνη όμως έγινε δεκτός από τον Πλατωνικό διδάσκαλο όπου γοητεύτηκε από τη θεωρία των ιδεών. Τα μαθήματα αυτά τα παρακολούθησε πιθανό στην Αθήνα, αλλά δεν αποκλείεται και η Καισάρεια της Παλαιστίνης.

Η μεταστροφή του στο χριστιανισμό έγινε περίπου την ίδια εποχή, πιθανώς στην Αίγυπτο. Ο Θεός βλέποντας την αγνότητα και την ειλικρινή πρόθεση των αναζητήσεών του, ανταποκρίθηκε θαυμαστά. Κάποια ημέρα, περίπου το 135 μ.Χ., πού ο Ιουστίνος βάδιζε κοντά στη θάλασσα, συνάντησε κάποιο γέροντα, ο οποίος ήταν βαθύτατα καταρτισμένος στις αλήθειες των Θείων Γραφών, ο οποίος μετά από διάλογο δίδαξε στον Ιουστίνο τη χριστιανική διδασκαλία. Ο γέροντας χρησιμοποιώντας τη μαιευτική σωκρατική μέθοδο, του αναίρεσε τις πλατωνικές δοξασίες περί αθανασίας της ψυχής και μετεμψύχωσης, τονίζοντάς του τη σημασία των προφητών που ήσαν οι μόνοι που είδαν το Θεό. Ο ίδιος τον προέτρεψε να διαβάσει την Αγία Γραφή και δεν επανεμφανίστηκε ποτέ.

Ο Ιουστίνος εδώ μας αποκαλύπτει πως είχε από καιρό συμπαθήσει το Χριστιανισμό, από την καρτερία και τη αφοβία την οποία επεδείκνυαν οι πιστοί ενώπιον του μαρτυρίου και του θανάτου. Λίγο αργότερα ο φιλόσοφος Ιουστίνος συνάντησε τον Τρύφωνα.

Περί το 136 μ.Χ. ο Ιουστίνος μετέβη στη Ρώμη, όπου με εξαίρεση ένα μικρό χρονικό διάστημα το οποίο αυτοεξορίστηκε λόγω του φόβου εκδιώξεώς του, έμεινε μέχρι και το μαρτύριό του. Στη Ρώμη άνοιξε φιλοσοφική σχολή, πιθανότατα στο σπίτι κάποιου Μαρτίνου και επεδίωξε την υποκατάσταση των φιλοσοφικών συστημάτων δια της μόνης και ασφαλούς φιλοσοφίας του Χριστιανισμού. Η σχολή του μάλιστα ήταν συνάμα και ναός όπου τελούνταν λατρευτικές πράξεις. Οι μαθητές του, όπως συνάγεται από τη διασωθείσα γραμματεία, δεν ήσαν λίγοι και ανάμεσά τους βρίσκονταν κυρίως Ασιανοί και Φρύγες, μεταξύ αυτών ήταν ο Τατιανός ο Σύρος, ίσως και ο Ειρηναίος Λουγδούνου.

Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος Πίος, ο Ιουστίνος παρέδωσε στον αυτοκράτορα απολογία, στην οποία εξέθετε τις βασικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού και αναιρούσε όλες τις εναντίον των Χριστιανών κατηγορίες και αποδείκνυε την πλάνη των ειδώλων, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Αγία Γραφή. Δια την ενέργειά του αυτή, εκλήθη και Απολογητής.

Το διδακτικό του έργο πολλές φορές διακόπτετο λόγω των επεμβάσεων των κρατικών αρχών, ιδίως από τις καταγγελίες των κυνικών και των Γνωστικών, ενώ η στάση της Αυτοκρατορικής αρχής μετά το 160 μ.Χ. και την ανάληψη του Μάρκου Αυρηλίου, έγινε αρκετά σκληρότερη. Την ίδια εποχή αυτοεξορίζεται λόγω καταγγελίας του φιλοσόφου Κρήσκεντος, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος του Αυρήλιου, ο οποίος έβλεπε τους μαθητές του να μειώνονται, αλλά και εξ αιτίας του ελέγχου που συχνά του ασκούσε. Κατά την επιστροφή του οι φόβοι του επαληθεύτηκαν, όταν τελικά επί έπαρχου Ιουνίου Ρούστικου (163-167 μ.Χ.), συνελήφθη και αφού υπέστη διάφορα βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκε το 165 μ.Χ. μαζί με ομάδα μαθητών του, γεγονός που διασώζεται και σε επίσημο δικαστικό έγγραφο της εποχής. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιουνίου.

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Άγιος Ιερομάρτυς Βονιφάτιος ο Ισαπόστολος της Γερμανίας (+754) - 5 Ιουνίου


HEAVEN ON EARTH - ORTHODOXY




Άγιος Ιερομάρτυς Βονιφάτιος

ο Ισαπόστολος της Γερμανίας (+754)

5 Ιουνίου

Ο Άγιος Βονιφάτιος (St Boniface, 675 – 5 Ιουνίου 754) ήταν Αγγλοσάξονας ιεραπόστολος, ηγετική προσωπικότητα της Αγγλοσαξονικής Αποστολής στα Γερμανικά τμήματα της Φραγκικής αυτοκρατορίας κατά τον 8ο αιώνα. Εγκαθίδρυσε τις πρώτες οργανωμένες χριστιανικές κοινότητες σε πολλά μέρη της Γερμανίας. Είναι ο Άγιος Προστάτης της Γερμανίας και αποκαλείται "Απόστολος των Γερμανών". Γεννήθηκε ως Winfrid (Wynfrith ή Wynfryth) στο βασίλειο του Wessex της Αγγλίας, πιθανότατα στο Crediton.

Καταγόταν από εύπορη αριστοκρατική οικογένεια, εκπαιδεύτηκε θεολογικά από Βενεδικτίνους μοναχούς και σε ηλικία 30 ετών έγινε ιερέας. Το 716 στάλθηκε σε Αποστολή στην Φριζία της Γερμανίας προκειμένου να εκχριστιανίσει τους κατοίκους. Το έργο ήταν δύσκολο γιατί έπρεπε να συνεννοηθεί μαζί τους με την παλιά Αγγλική τους διάλεκτο.

Εκείνοι λάτρευαν την αιωνόβια βελανιδιά, ιερό δέντρο του θεού τους Θωρ πάνω στην οποία έκαναν θυσίες. Θέλοντας να ορίσει στους κατοίκους το τέλος μιας εποχής άρχισε να την πριονίζει, τότε φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και την ξερίζωσε. Αυτό οι Φριζιανοί το θεώρησαν θαύμα και μεταστράφηκαν ομαδικά στον Χριστιανισμό. Στην θέση της αργότερα φύτρωσε ένα έλατο το οποίο οι Χριστιανοί καθόρισαν ως το ευλογημένο δέντρο με αποτέλεσμα να το τιμούν στην Εορτή της Γέννησης του Θεανθρώπου.

Ο Άγιος Βονιφάτιος το 732 ταξίδεψε στη Ρώμη όπου ο Πάπας Γρηγόριος Β’ τον όρισε Αρχιεπίσκοπο ολόκληρης της Γερμανίας στην οποία επέστρεψε βαπτίζοντας χιλιάδες Γερμανούς Χριστιανούς. Στην συνέχεια ο Κάρολος Μαρτέλος έκανε τέσσερεις Επισκοπές στην Γερμανία ορίζοντας τον Άγιο Βονιφάτιο Αρχιεπίσκοπο με έδρα το Μετζ. Ο ίδιος έστεψε αργότερα (751) στο Σουασσόν τον γιό του Καρόλου Μαρτέλου Πιπίνο τον βραχύ βασιλιά των Φράγκων.

Σε μία από τις αποστολές του στην Φριζία συνελήφθη από εναπομείναντες Φρίζιους παγανιστές και θανατώθηκε με βασανιστήρια στο Dokkum της Γερμανίας. Από τα πολλά έργα του διασώθηκαν 40 επιστολές με ενδιαφέρουσες ιστορικές πληροφορίες για την εποχή του.

Πηγή:

Wikipedia

Οι δύο ανώνυμοι Κινέζοι Νεομάρτυρες του Τιεν-Τσιν της Κίνας (+21 Ιουνίου 1870)


COMING HOME - ORTHODOXY



Οι δύο ανώνυμοι Κινέζοι Νεομάρτυρες του Τιεν-Τσιν της Κίνας

(+21 Ιουνίου 1870)

«Συνέπεσε την ημέρα της σφαγής [21 Ιουνίου 1870] να έχει πάει στο Tianjin (Τιεν-Τσιν) της Κίνας ο π. Ησαΐας Πολίκιν, για να τελέσει το Γάμο ενός ζεύγους Κινέζων Ορθοδόξων Χριστιανών. Δεν πρόφτασε, όμως, να τους στεφανώσει, γιατί πρόλαβαν οι φανατικοί ειδωλολάτρες να τους κατασφάξουν κι έτσι να τούς χαρίσουν ένα πιο πολύτιμο και άφθαρτο στεφάνι, του Μαρτυρίου».

Πηγή:

Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Ο Γάμος

εκδ. Άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Σταμάτα Αττικής 2013

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Άγιος Παναγής (Παναγιώτης-Παΐσιος) Μπασιάς, Πρεσβύτερος όσιος στη Μονή Αγ. Σπυρίδωνος Κεφαλληνίας και δια Χριστόν σαλός, ἀπό Ληξούρι Κεφαλλονιάς (+1888) - 7 Ιουνίου




Άγιος Παναγής (Παναγιώτης-Παΐσιος) Μπασιάς,

Πρεσβύτερος όσιος στη Μονή Αγ. Σπυρίδωνος Κεφαλληνίας

και δια Χριστόν σαλός, ἀπό Ληξούρι Κεφαλλονιάς (+1888)

7 Ιουνίου

Ο άγιος Παναγής γεννήθηκε το 1801 στην Κεφαλληνία από ευγενή οικογένεια, ενώ από μικρό παιδί φανέρωσε ζωηρή ευφυΐα και μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση των ιερών βιβλίων. Όταν πέθανε ο πατέρας του υποχρεώθηκε να αναλάβει την προστασία της μητέρας του και της αδελφής του και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Σύντομα όμως παραιτήθηκε για να αποφύγει συμβιβασμούς υπό την πίεση των Αρχών της αγγλικής κατοχής <1>, ως προς την πίστη του και τα πατριωτικά του αισθήματα, και άσκησε το επάγγελμά του ιδιωτικά, μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο εγκαταλείποντας την οικογένειά του και την σταδιοδρομία του και γινόμενος μοναχός στην Μονή της Παναγίας των Βλαχερνών στην νήσο Δίο. Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στο Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί την ασκητική βιοτή που διήγε σε όλη του την ζωή, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα πέντε ετών και έκτοτε αφιερώθηκε ολόκληρος στην υπηρεσία της Εκκλησίας, με την καθημερινή σχεδόν τέλεση της θείας Λειτουργίας, με το κήρυγμα και κυρίως με το παράδειγμα των ευαγγελικών αρετών του. Στεκόταν στην εκκλησία ως στύλος προσευχής, και όταν έβγαινε το έκανε για να μοιράσει ελεημοσύνες, να επισκεφθεί δεινοπαθούντες ή να φέρει πίσω στο ποίμνιο παραστρατημένες ψυχές. Αρνήθηκε πάντα να διορισθεί σε κάποια ενορία, προκειμένου να αποφύγει τους βιοτικούς περισπασμούς και τις πιέσεις των κατακτητών, και εγκαταστάθηκε στο μονύδριο του Αγίου Σπυρίδωνος, απ’ όπου για πενήντα χρόνια μοίραζε σε όλο τον λαό της Κεφαλληνίας τους θησαυρούς που έκρυβε στην καρδιά του. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Γερασίμου [20 Οκτ.] και του αγίου Άνθιμου του Τυφλού [4 Σεπτ.], ο παπα-Μπασιάς δίδασκε και διέδιδε την χάρη του Θεού στον λαό, δίχως ωστόσο να εγκαταλείπει το ερημητήριό του. Πήγαινε επίσης να λειτουργήσει σε όλα τα εξωκκλήσια που ήσαν διεσπαρμένα γύρω από το Ληξούρι, όπου μόλις γινόταν γνωστή η έλευσή του συναζόταν πλήθος πιστών.

Είχε πουλήσει τα υπάρχοντα της οικογένειάς του και μοίραζε όλους τους πόρους του στους πτωχούς που θεωρούσε παιδιά του. Όταν ερχόταν στην πόλη, τον ακολουθούσε πάντα ένα σμάρι φτωχών γυναικών στις όποιες έδινε ό,τι είχε και δεν είχε, σε σημείο που να στερείται ο ίδιος τροφής. Ως νέος άγιος Νικόλαος, γνώριζε ποιά οικογένεια είχε ιδιαίτερη ανάγκη και παρενέβαινε για να την στηρίξει ή να στερεώσει την πίστη της στον Θεό. Η αγάπη του για τον πλησίον ήταν ανάμεικτη μάλιστα με τόλμη και συχνά έμπαινε σε ένα μαγαζί, άνοιγε το ταμείο και έπαιρνε ό,τι έκρινε αναγκαίο για τις ελεημοσύνες του. Μία ήμερα, ένας φούρναρης αρνήθηκε να τού δώσει αυτό που ζητούσε και η ζύμη του έμενε λιπανάβατη.

Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές. Σε εκείνους που επρόκειτο να πεθάνουν σύντομα με βίαιο τρόπο συνέστηνε να πάνε να εξομολογηθούν ή προειδοποιούσε με υπαινιγμούς όσους έμελλαν να διαπράξουν κάποιο σοβαρό αμάρτημα. Μία βροχερή νύχτα, συναντώντας στον δρόμο κάποιον που πήγαινε να αμαρτήσει, τού φώναξε: «Αμαρτία, αμαρτία, γύρισε σπίτι σου!» Μιαν άλλη φορά, μία μάνα που μόλις είχε χάσει τους δυο γιους της τον ένα πίσω άπό τον άλλο, έπεσε σε απόγνωση και εξεγέρθηκε κατά του Θεού. Ο άγιος ιερέας έτρεξε στο σπίτι της και καθώς εκείνη αρνιόταν να τού ανοίξει βρίζοντας τον, άνοιξε την πόρτα κάνοντας το σημείο του σταυρού. Όταν μπήκε στην σάλα, όπου βρίσκονταν τα πορτραίτα των δυο πεθαμένων, τα πρόσωπα ζωντάνεψαν και βγάζοντας πιστόλι αλληλοσκοτώθηκαν. Ο άγιος Παναγής αποκάλυψε τότε στην μητέρα τους ότι είχαν ερωτευθεί την ίδια γυναίκα και θα πέθαιναν με τον τρόπο αυτό αν δεν παρενέβαινε ο Θεός να αποτρέψει ένα μεγαλύτερο κακό. Μιαν άλλη φορά πάλι, μπήκε σε ένα σπίτι όπου έβραζε το τσουκάλι γιατί περίμεναν επισκέψεις και το αναποδογύρισε, επειδή είχε προηγουμένως προσέλθει ένας φτωχός και τον είχαν διώξει με άδεια χέρια.

Αυτά όμως τα άφθονα χαρίσματα του Θεού δεν δόθηκαν στον παπα-Μπασιά δίχως να τον ταλαιπωρεί «σκόλοψ τη σαρκί» (Β’ Κορ. 12, 7). Δέκα περίπου χρόνια μετά την χειροτονία του προσβλήθηκε από νευρασθένεια η οποία τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: έβγαζε κραυγές, ξύριζε τα γένια και τα μαλλιά του, πετούσε έξω ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όταν συνήλθε μετά από έξι μήνες, απέδωσε την ασθένεια στην αμαρτωλότητά του. Εν συνεχεία παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε δύο ή τρία χρόνια και προς το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο. Τελικά έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Δεν στερήθηκε ωστόσο τα χαρίσματα της προορατικότητος και παραμυθίας των ψυχών, ενώ ο λαός δεν έχασε επ’ ουδενί την αγάπη και την αφοσίωση του σ’ αυτόν. Απεναντίας, όλοι όσοι υπέφεραν από τα βάσανα και τις θλίψεις της ζωής ή βρίσκονταν σε δυσκολίες γνώριζαν πως η πόρτα του δωματίου του ήταν πάντα ανοικτή και ο άγιος ιερέας δεν έπαυσε να είναι ο πόλος έλξης και το κέντρο του εκκλησιαστικού βίου της Κεφαλληνίας. Είχε αποκτήσει τόσο κύρος, ώστε συχνά παρενέβαινε δραστήρια για να διορθώσει τις αδικίες ή να επιτιμήσει τους υπεύθυνους για ανήθικες πράξεις και πάντα εισακουόταν ως η φωνή Θεού.

Αφού σήκωσε με υπομονή και ευχαριστίες στον Θεό τον σταυρό της μακράς και ταπεινωτικής του ασθένειας —την οποία ορισμένοι θεωρούσαν ένα είδος «δια Χριστόν σαλότητος»— ο άγιος Παναγής εκοιμήθη εν Κυρίω στις 7 Ιουνίου 1888. Για δύο ημέρες και δύο νύχτες οι πιστοί προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμα του και η τιμή του δεν έπαυσε να αυξάνει αυθόρμητα, όχι μόνο στην Κεφαλληνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως μετά την ανακομιδή των λειψάνων του το 1976 <2>.

Σημειώσεις:

1 Τα Επτάνησα βρίσκονταν τότε υπό αγγλική προστασία (ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1864). Ο Βρετανός διοικητής είχε όλες τις εξουσίες, τις όποιες ασκούσε συχνά εις βάρος του λαού και των Ορθόδοξων παραδόσεών του.

2 Η τιμή του αγίου Παναγή Μπασιά είναι ένα τρανό παράδειγμα του παραδοσιακού τρόπου «αναγνωρίσεως»των αγίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία, της οποίας το μόνο αληθινό κριτήριο είναι η αυθόρμητη ευλάβεια του λαού του Θεού.

ΠΗΓΗ:

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου,

εκδ. Ίνδικτος (τόμος 10ος – Ιούνιος, σ. 88-91)